Τροποποίηση της Πράξης Εκτελεστικής Επιτροπής 142/11.6.2018 «Διαδικασία α) για τη χορήγηση άδειας ίδρυσης και λειτουργίας πιστωτικών ιδρυμάτων στην Ελλάδα, β) για την απόκτηση ή την αύξηση συμμετοχής σε πιστωτικά ιδρύματα και γ) για την ανάληψη θέσης μέλους Διοικητικού Συμβουλίου και επικεφαλής κρίσιμων λειτουργιών πιστωτικών ιδρυμάτων» (ΦΕΚ Β’ 2674/2018)

Με την τροποποίηση της Πράξης Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος 142/11.06.2018, ορίζονται εκ νέου  οι διατάξεις για τη χορήγηση άδειας ίδρυσης και λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος στην Ελλάδα και την απόκτηση ή την αύξηση ειδικής συμμετοχής σε λειτουργούν πιστωτικό ίδρυμα. Ως επί τω πλείστον αυστηροποιούνται  τα στοιχεία που υποβάλλονται από τους υποψήφιους μετόχους, τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και των επικεφαλής των κρίσιμων λειτουργιών των πιστωτικών ιδρυμάτων κατά τη διαδικασία αξιολόγησης από την Τράπεζα της Ελλάδος της καταλληλόλητας των παραπάνω προσώπων.  

Το υποψήφιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο υποχρεούται να απευθύνει έγγραφη γνωστοποίηση στην Τράπεζα της Ελλάδος, υποβάλλοντας ταυτόχρονα και το «Ερωτηματολόγιο αξιολόγησης προτεινόμενης απόκτησης από φυσικά/νομικά πρόσωπα», όταν ενδιαφέρεται να αποκτήσει ειδική συμμετοχή στο πιστωτικό ίδρυμα, ακόμα και αν η ειδική αυτή συμμετοχή αγγίζει ή υπερβαίνει τα όρια του 20%, του 1/3 ή του 50% του πιστωτικού ιδρύματος και σπανιότερα όταν θέλει να ασκήσει τον καθολικό έλεγχο του ιδρύματος. Τα υποψήφια φυσικά ή νομικά πρόσωπα ενθαρρύνονται, ώστε  να έρθουν αρχικά σε επαφή με την Τράπεζα της Ελλάδος προς αποφυγή καθυστερήσεων κατά την αξιολόγηση πολύπλοκων συναλλαγών.

Ειδικότερα, η διαδικασία της γνωστοποίησης και της υποβολής του ερωτηματολογίου εφαρμόζεται στις περιπτώσεις, που το υποψήφιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο επιθυμεί την απόκτηση ποσοστού  πάνω από το 1% του δικαιώματος ψήφου ή του μετοχικού κεφαλαίου ή και ποσοστού που θα τον καθιστά έναν από τους μεγαλύτερους μετόχους του ιδρύματος.

Το υποψήφιο νομικό πρόσωπο μόνο μπορεί να αντικατασταθεί στην ως άνω διαδικασία από την μητρική εταιρεία ή τον πραγματικό δικαιούχο κατά την έννοια, που αυτός ορίζεται στον Ν 4557/2018. Σε περίπτωση που ο υποψήφιος έχει αξιολογηθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος μέσα στην τελευταία διετία, υποχρεούται να γνωστοποιήσει μόνο τις μεταβολές. Εάν δεν έχει μεταβληθεί κανένα στοιχείο, τότε δηλώνει υπεύθυνα ότι δεν συντρέχουν λόγοι επικαιροποίησης των στοιχείων του. Όταν ο υποψήφιος προτίθεται να κάνει αλλαγές στα μέλη που απαρτίζουν το Διοικητικό Συμβούλιο, τότε γνωστοποιεί την πρόθεσή του καθώς και τα νέα πρόσωπα. Τα τελευταία είναι υποχρεωμένα να υποβάλλουν το εν λόγω ερωτηματολόγιο.

Ξεχωριστή κατηγορία αποτελεί η αξιολόγηση για την ύπαρξη έμμεσης ειδικής συμμετοχής ενός φυσικού ή νομικού προσώπου. Όταν δηλαδή το φυσικό ή νομικό πρόσωπο αποκτά ή αυξάνει άμεση ή έμμεση συμμετοχή σε υφιστάμενο κάτοχο ειδικής συμμετοχής, καθώς και όταν ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο είναι κάτοχος άμεσης ή έμμεσης συμμετοχής σε πρόσωπο που αποκτά ή αυξάνει άμεση συμμετοχή σε πιστωτικό ίδρυμα.

Για κάθε τέτοιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο εφαρμόζεται αρχικά το κριτήριο του ελέγχου. Εάν κριθεί ότι το ελεγχόμενο πρόσωπο δεν ασκεί, ούτε αποκτά, άμεσα ή έμμεσα, έλεγχο επί του υφιστάμενου κατόχου ειδικής συμμετοχής σε πιστωτικό ίδρυμα, τότε εφαρμόζεται το κριτήριο του πολλαπλασιασμού.

Σύμφωνα με το κριτήριο του ελέγχου, αποκτούν έμμεση ειδική συμμετοχή αφενός τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που αποκτούν άμεσα ή έμμεσα έλεγχο επί υφιστάμενου κατόχου άμεσης ή έμμεσης ειδικής συμμετοχής και αφετέρου τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που ελέγχουν άμεσα ή έμμεσα κάποιο πρόσωπο που αποκτά ή αυξάνει άμεσα ειδική συμμετοχή σε πιστωτικό ίδρυμα. Στην πρώτη περίπτωση οι έμμεσοι αγοραστές ταυτίζονται με τον πραγματικό δικαιούχο, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 3 του Ν4557/2018. 

Το ενδιαφέρον απόκτησης ή αύξησης ειδικής συμμετοχής ή απόκτησης ελέγχου μπορεί να προέρχεται και από δύο ή περισσότερους υποψηφίους που δρουν από κοινού. Τότε η γνωστοποίηση προς την Τράπεζα της Ελλάδος γίνεται είτε από τον καθένα ξεχωριστά ή από έναν οποίος εκπροσωπεί τους υπολοίπους. Η υποβολή όμως του ερωτηματολογίου είναι υποχρεωτική για όλους. Στην περίπτωση της από κοινού δράσης αθροίζονται οι συμμετοχές των υποψηφίων, ώστε να πληρούν τις προϋποθέσεις, που υποχρεούνται να πληρούν και τα μεμονωμένα φυσικά ή νομικά πρόσωπα.

Ενδείξεις, και όχι αποδείξεις, της κοινής δράσης θεωρούνται οι συμφωνίες μεταξύ των μετόχων, οι συμφωνίες σχετικά με θέματα εταιρικής διακυβέρνησης, η ύπαρξη οικογενειακών σχέσεων, η περίπτωση που ο υποψήφιος είναι ανώτερο διοικητικό στέλεχος του ιδρύματος ή μπορεί να διορίζει πρόσωπα στο Διοικητικό Συμβούλιο, η συνεργασία επιχειρήσεων που ανήκουν στον ίδιο όμιλο, όταν διαφορετικά πρόσωπα έχουν κοινή χρηματοδότηση για την απόκτηση ή αύξηση συμμετοχών στο ίδρυμα, καθώς και κοινές προτιμήσεις των αντίστοιχων μετόχων κατά τη διαδικασία της ψηφοφορίας.

Επίσης, ενδείξεις συνεργασίας αποτελούν και ορισμένες ακόμα περιπτώσεις, μόνο όμως όταν  συνδέονται με πραγματικά περιστατικά γύρω από τις σχέσεις και τις ενέργειες των μετόχων. Τέτοιου είδους ενέργειες θα μπορούσαν να θεωρηθούν, η συνεννόηση μεταξύ των μετόχων για τα θέματα που θα συζητηθούν στο Διοικητικό Συμβούλιο, οι ενστάσεις  προς το Διοικητικό Συμβούλιο σχετικά με τις πρακτικές που εφαρμόζει, η προσθήκη θεμάτων ή η κατάθεση σχεδίου αποφάσεων θεμάτων στην ημερήσια διάταξη της γενικής συνέλευσης, ακόμα και ή σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης. Στην ίδια κατηγορία ανήκει η μεταξύ των μετόχων συνεννόηση με σκοπό την καθοδήγηση των ψήφων επί της έγκρισης ή απόρριψης συγκεκριμένων αποφάσεων, που σχετίζονται με θέματα αποδοχών διευθυντικών στελεχών, μείωσης ή αύξησης μετοχικού κεφαλαίου, διανομή μερισμάτων, οικονομικών καταστάσεων, διορισμού ελεγκτών, απόκτησης ή διάθεσης στοιχείων ενεργητικού και πολιτικών συμμόρφωσης ή κωδικών δεοντολογίας.

Ειδικότερα όσον αφορά τη συνεργασία των μετόχων για τον διορισμό μελών του Διοικητικού Συμβουλίου και την αξιολόγηση των κοινών δράσεων των υποψηφίων, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, εκτός των προηγουμένων, και το είδος της σχέσης μεταξύ των μετόχων, η φύση της σχέσης μεταξύ των προτεινόμενων μελών του Διοικητικού Συμβουλίου καθώς και ο αριθμός των τελευταίων που υπερψηφίζονται βάσει συνεννόησης για σύγκλιση ψήφων. Εκτός αυτών σημαντικό ρόλο παίζει η συχνότητα κατά την οποία οι μέτοχοι έχουν συνεργαστεί για τον διορισμό μελών του Διοικητικού Συμβουλίου καθώς και η διατήρηση κοινής γραμμής από την μεριά των μετόχων σχετικά με μέλη που προτείνουν στο Διοικητικό Συμβούλιο και αυτά που διορίζονται και κατά πόσο αυτά θα αλλάξουν την δυναμική του Διοικητικού Συμβουλίου. Τέλος η αδράνεια και η απάθεια ορισμένων προσώπων μπορεί επίσης να θεωρηθεί παράγοντας διαμόρφωσης των συνθηκών για την απόκτηση ή αύξηση ειδικής συμμετοχής.

Συμπερασματικά φαίνεται πως απαραίτητη προϋπόθεση για την έγγραφη γνωστοποίηση στην Τράπεζα της Ελλάδος και τη συμπλήρωση του εν λόγω ερωτηματολογίου είναι το κατά πόσον το υποψήφιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο θα έχει τη δυνατότητα να ασκήσει ουσιώδη επιρροή στο εκάστοτε ίδρυμα, ακόμα και αν δεν την ασκεί. Ούτως ώστε να αξιολογηθεί το μέγεθος αυτής της επιρροής λαμβάνονται υπόψη παράγοντες, όπως το είδος και η συχνότητα των συναλλαγών μεταξύ του υποψηφίου και του πιστωτικού ιδρύματος, η σχέση κάθε μετόχου/μεριδιούχου με το πιστωτικό ίδρυμα, το ενδεχόμενο ύπαρξης ευνοϊκής διαχείρισης του υποψήφιου αγοραστή από το ίδρυμα λόγω κάποιας μεταξύ τους σύμβασης ή διάταξης του καταστατικού, το εάν ο υποψήφιος είναι μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου και διαθέτει ή έχει τη δυνατότητα να ορίσει εκπρόσωπο σε αυτό, το ιδιοκτησιακό καθεστώς του ιδρύματος, ο αριθμός των μετόχων , η ύπαρξη προσωπικών σχέσεων μεταξύ μετόχων και υποψηφίου, η θέση του υποψηφίου στην ιεραρχία του ιδρύματος, καθώς και η δυνατότητα συμμετοχής του υποψηφίου στη διαδικασία λήψης αποφάσεων οικονομικού χαρακτήρα.

Η ΠΕΕ επιπροσθέτως προβλέπει το ενδεχόμενο ακούσιας απόκτησης ή αύξησης ειδικής συμμετοχής του υποψηφίου ή και δυνατότητας αποτροπής της από αυτόν. Εάν υπάρχει στο ίδρυμα κατώτατο όριο συμμετοχής και ο υποψήφιος κατά την ακούσια απόκτηση ή αύξηση ειδικής συμμετοχής το υπερβεί, τότε υποχρεούται να το γνωστοποιήσει στην Τράπεζα της Ελλάδος, ακόμα και εάν προβεί σε μείωση του ποσοστού συμμετοχής, ώστε να ανατραπεί η υπέρβαση. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να ενημερώνουν τους εν δυνάμει μετόχους για τις υποχρεώσεις γνωστοποίησής τους.

Ειδικό πλαίσιο επικρατεί και γύρω από την αξιολόγηση των ενδοομιλικών συναλλαγών. Εντός του ομίλου λοιπόν, το υποψήφιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο υποχρεούται να κοινοποιήσει οποιαδήποτε μεταβολή λαμβάνει χώρα. Η εισαγωγή νέων προσώπων στη λειτουργία και τη δομή του πιστωτικού ιδρύματος προϋποθέτει την υπαγωγή τους σε διαδικασία πλήρους αξιολόγησης. Στην περίπτωση μεταβολής μιας έμμεσης ειδικής συμμετοχής σε άμεση, και ο αντίστοιχος κάτοχος έχει ήδη αξιολογηθεί, τότε η Τράπεζα της Ελλάδος θα προβεί αποκλειστικά σε αξιολόγηση των αλλαγών, που σημειώθηκαν μετά την ολοκλήρωση της τελευταίας αξιολόγησης.

Τέλος η ΠΕΕ προλαμβάνει την περίπτωση που το υποψήφιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο δεν μπορεί να συλλέξει τις πληροφορίες που θα οδηγούσαν στην ολοκλήρωση ενός καταρτισμένου επιχειρηματικού σχεδίου και του δίνει την ευχέρεια να ενημερώσει την Τράπεζα της Ελλάδος για τις αλλαγές που θα πραγματοποιηθούν μελλοντικά.

Social Media Auto Publish Powered By : XYZScripts.com