ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗ ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΩΝ ΕΤΑΙΡΙΚΩΝ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΩΝ ΥΠΟ ΤΟ ΠΡΙΣΜΑ ΤΟΥ Ν. 4601/2019

Με το Ν. 4601/2019 θεσπίστηκε νέο πλαίσιο για τους εταιρικούς μετασχηματισμούς και επιδιώχθηκε η αναμόρφωση του δικαίου  των εταιρικών μετασχηματισμών καθώς και η συστηματοποίησή του, προκειμένου να αντιμετωπιστούν μια σειρά από προβλήματα, που οφείλονταν κυρίως στην αποσπασματική νομοθέτηση.

Όσον αφορά στην ανάμειξη του φορολογικού δικαίου στο εταιρικό πλαίσιο των μετασχηματισμών, η αιτιολογική έκθεση του Ν. 4601/2019 αναφέρει: « με αφορμή τη θέσπιση φορολογικών κινήτρων για συγκεκριμένες μορφές μετασχηματισμών και για συγκεκριμένους εταιρικούς τύπους, με δικαιοπολιτικό στόχο την ενίσχυση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας για δημιουργία ισχυρών οικονομικών μονάδων, το φορολογικό δίκαιο (ιδίως ο Ν 2166/1993 παρεμβαίνει στο ουσιαστικό εταιρικό δίκαιο μετασχηματισμών, δημιουργώντας μείζον πρόβλημα συμβατότητας και συστηματικής συνοχής με αυτό».

Ειδικότερα, σύμφωνα με την ως άνω αιτιολογική έκθεση «η παρέμβαση του φορολογικού δικαίου δημιουργεί ασάφεια, όχι μόνον ως προς το ποιος μετασχηματισμός επιτρέπεται, αλλά και ως προς το πώς υλοποιείται ένας τέτοιος μετασχηματισμός. Η απόσχιση κλάδου και η μερική διάσπαση, για παράδειγμα, συνδυάζονται μόνον με την παροχή φορολογικών κινήτρων, χωρίς να υπάρχει καμία πρόβλεψη στο εταιρικό δίκαιο για τους όρους και τη διαδικασία πραγματοποίησής τους, ενώ ακόμη και για γνωστούς στο εταιρικό δίκαιο μετασχηματισμούς, όπως οι συγχωνεύσεις και οι διασπάσεις ανωνύμων εταιριών και εταιριών περιορισμένης ευθύνης κατά το ΚΝ 2190/1920 και το Ν 3190/1955, η φορολογική νομοθεσία μετασχηματισμών θεσπίζει παρεκκλίσεις από τους κανόνες του εταιρικού δικαίου, κάποιες από τις οποίες θα μπορούσαν να θεωρηθούν τουλάχιστον αμφίβολης συμβατότητας με το ενωσιακό δίκαιο».

Ο φορολογικός νομοθέτης πολλές φορές υπεισέρχεται στο πεδίο της εταιρικής νομοθεσίας. Τούτο συνέβη ιδίως με διατάξεις του Ν.2166/1993. Συγκεκριμένα, οι εν λόγω διατάξεις προς διευκόλυνση του μετασχηματισμού, υπαγορεύουν την απλή λογιστική ενοποίηση των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού των μετασχηματιζόμενων επιχειρήσεων, καθιστώντας κατ’ αυτό τον τρόπο μη αναγκαία την παροχή εγγυήσεων από τον νομοθέτη του εταιρικού δικαίου. Με το νέο Ν. 4601/2019, το εταιρικό δίκαιο ρυθμίζει αποκλειστικά ζητήματα της διαδικασία μετασχηματισμού, καθώς και των επερχόμενων αποτελεσμάτων, ενώ τίθενται σαφή όρια μεταξύ της διαδικασίας μετασχηματισμού και της φορολογικής τους αντιμετώπισης.

Ως εκ τούτου, η αιτιολογική έκθεση του Ν. 4601/2019 αναφέρει ότι η λογιστική ενοποίηση των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού των μετασχηματιζόμενων εταιρειών, θα παραμένει δυνατή πρώτον εφόσον όλοι οι εταίροι συμφώνησαν να μην εξεταστεί σχέδιο σύμβασης συγχώνευσης ή διάσπασης από ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα και να μην συνταχθεί σχετική έκθεση και δεύτερον στην περίπτωση που στη συγχώνευση ή διάσπαση μετέχουν προσωπικές εταιρείες, υπό την προϋπόθεση ότι κανένας εταίρος δεν ζήτησε την εξέταση του σχεδίου από εμπειρογνώμονες.

Συνακόλουθα, εκδόθηκε η υπ’ αρ. 2048/2019 εγκύκλιος της ΑΑΔΕ, στην οποία διευκρινίστηκε ότι οι διατάξεις των αναπτυξιακών νόμων (ΝΔ 1297/1972, Ν2166/1993) ή τον Ν 4172/2013 εξακολουθούν να ισχύουν για όσους μετασχηματισμούς δεν καταλαμβάνονται από το πεδίο εφαρμογής του Ν. 4601/2019 όπως λ.χ. για την μετατροπή ατομικής επιχείρησης σε ΕΠΕ/ΑΕ, η οποία αποτελεί σύσταση νέου νομικού προσώπου με εισφορά σε είδος και όχι μετατροπή.

Ο ν. 4601/2019 εφαρμόζεται α) σε συγχωνεύσεις, στις οποίες η ημερομηνία του σχεδίου σύμβασης συγχώνευσης είναι μεταγενέστερη της ενάρξεως ισχύος του, β) σε διασπάσεις, στις οποίες η ημερομηνία του σχεδίου της σύμβασης διάσπασης είναι μεταγενέστερη της ενάρξεως ισχύος του και γ) για μετατροπές στις οποίες η απόφαση της συνέλευσης ή των εταίρων λαμβάνεται μετά την έναρξη ισχύος του. Επομένως, οι μετασχηματισμοί που πραγματοποιούνται πριν τις ως άνω ημερομηνίες διέπονται από τους αναπτυξιακούς νόμους και όχι από το Ν. 4601/2019.

Ωστόσο, παρά την έκδοση της φορολογικής εγκυκλίου της ΑΑΔΕ, εξακολουθούν και υφίστανται αμφιβολίες ως προς τη φορολογική μεταχείριση ορισμένων μετασχηματισμών. Για παράδειγμα, η μερική διάσπαση με την απόσχιση κλάδου μοιάζουν με βασική διαφορά ότι στην απόσχιση κλάδου οι μετοχές της λήπτριας δίνονται ως αντάλλαγμα στην εισφέρουσα εταιρεία, ενώ στην μερική διάσπαση οι μετοχές της λήπτριας δίνονται απευθείας στους μετόχους της εισφέρουσας. Διαφορετική φαίνεται και η φορολογική μεταχείριση μεταξύ απόσχισης και μερικής διάσπασης. Ειδικότερα, σε περίπτωση μερικής διάσπασης δεν προκύπτει με σαφήνεια η φορολογική μεταχείριση μείωσης της καθαρής θέσης της εισφέρουσας εταιρείας, ενώ δεν είναι ξεκάθαρο αν θα προκύψει παρακράτηση φόρου στο επίπεδο του μετόχου ή η επιβολή φόρου εισοδήματος στο επίπεδο της εισφέρουσας εταιρείας. Επιπροσθέτως, δεν καθίσταται  σαφής η φορολογική μεταχείριση της προκύπτουσας υπεραξίας σε περίπτωση αποτίμησης του μεταβιβαζόμενου κλάδου, καθώς εφόσον υπάρχει έλλειψη ρητής πρόβλεψης δεν θα ισχύσει η απαλλαγή από το φόρο της προκύπτουσας υπεραξία, αφού στη μερική διάσπαση όπως προαναφέραμε δεν θα δοθούν οι μετοχές στην εταιρεία αλλά στους μετόχους.

Σύμφωνα με την ΑΑΔΕ, με νέα εγκύκλιο θα δοθούν αναλυτικότερες οδηγίες για την αντιμετώπιση φορολογικών ζητημάτων των μετασχηματισμών που άπτονται της εφαρμογής του Ν. 4601/2019. Πρόθεση του νέου Ν. 4601/2019 είναι η τροποποίηση των παλαιότερων φορολογικών νόμων και η αντικατάσταση με σύγχρονους εναρμονισμένους με τις διατάξεις του εταιρικού δικαίου, ώστε να καλυφθεί μεταξύ άλλων το φάσμα των μετασχηματισμών.

 

Social Media Auto Publish Powered By : XYZScripts.com