«Συνέπειες μεταβίβασης μιας επιχείρησης στις εργασιακές σχέσεις»

Επιχείρηση χαρακτηρίζεται μια οικονομική-παραγωγική μονάδα με βασικό στόχο το κέρδος, η οποία βασίζεται σε μια συγκεκριμένη επιχειρηματική ιδέα/ δραστηριότητα και η οποία αποτελείται από ποικίλα στοιχεία, δικαιώματα, υλικά και άυλα αγαθά.

Ως μορφή δικαιώματος, μια επιχείρηση αποτελεί περιουσιακό στοιχείο, λόγω της χρηματικής της αξίας, καθώς και μεταβιβάσιμο. Στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων ΑΚ 361, η μεταβίβαση μιας επιχείρησης, ως περιουσιακό και μεταβιβάσιμο δικαίωμα, καθίσταται δυνατή. Η μεταβίβαση μιας επιχείρησης που αποτελεί ένα σύνολο στοιχείων πραγματοποιείται είτε με τη μεταβίβαση όλων των στοιχείων, άρα και όλης της επιχειρηματικής οντότητας, είτε  με τη μεταβίβαση ενός ή ορισμένων στοιχείων.

Η επιχείρηση μπορεί να μεταβιβαστεί ολόκληρη ή μέρος της. Η υποσχετική δικαιοπραξία της μεταβίβασης μπορεί να έχει ως αντικείμενο το σύνολο της επιχείρησης, ενώ η εκποιητική  δικαιοπραξία δεν μπορεί να έχει ως αντικείμενο την επιχείρηση ως σύνολο, γιατί η επιχείρηση δεν αποτελεί ξεχωριστό αντικείμενο δικαίου, ώστε να μπορεί να μεταβιβαστεί με μία μόνο πράξη. Επομένως, για να πραγματοποιηθεί η εκποιητική δικαιοπραξία θα πρέπει να μεταβιβαστεί ξεχωριστά κάθε πράγμα ή δικαίωμα που ανήκει στην επιχείρηση.

Οι κυριότερες αιτίες μεταβίβασης της επιχείρησης είναι: η πώληση, η δωρεά, η μεταβίβαση αιτία θανάτου με κληρονομική διαδοχή,  η συγχώνευση από άλλη εταιρεία με απορρόφηση ή σύσταση νέας εταιρείας, η διάσπαση με απορρόφηση, ή σύσταση νέας εταιρείας, απορρόφηση και σύσταση νέας εταιρείας.

Τα δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων με τα μέτρα προστασίας που προβλέπονται στο π.δ. 178/2002 σε συμμόρφωση με την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου.

Στα πλαίσια μεταβίβασης μιας επιχείρησης υπάρχουν εκ του νόμου ορισμένες απαγορεύσεις, ιδιαίτερα στις εργασιακές σχέσεις και στα εργασιακά καθεστώτα των εργαζομένων. Όταν μεταβιβάζεται μια επιχείρηση, προβλέπεται και αυτοδίκαιη μεταβίβαση των εργασιακών σχέσεων από τον μεταβιβάζονται εργοδότη στον διάδοχο. Ο διάδοχος εργοδότης, δηλαδή, έχει απέναντι στους εργαζομένους της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης ίδια δικαιώματα, ίδιες υποχρεώσεις και απαιτήσεις με αυτές που είχε ο μεταβιβάζων.  Η μεταβίβαση σαν κατάσταση από μόνη της δεν γεννά δικαίωμα απόλυσης των εργαζομένων ούτε από τον μεταβιβάζοντα εργοδότη, ούτε από το διάδοχο. Οι εργασιακές σχέσεις του προσωπικού μεταβιβάζονται με τους ίδιους όρους στον διάδοχο όπως αυτοί προβλέπονται από οποιαδήποτε πηγή, δηλαδή από ατομική σύμβαση εργασίας, από ΣΣΕ, από κανονισμό, επιχειρησιακή συνήθεια.

Στο π.δ. 178/2002 θελειώνονται τρεις άξονες προστασίας των εργαζομένων κατά τη μεταβίβαση επιχειρήσεων:

  1. Απαγορεύονται οι απολύσεις των εργαζομένων τόσο από το μεταβιβάζονται εργοδότη, όσο και από το διάδοχο.
  2. Οι εργασιακές σχέσεις μεταβιβάζονται με τους ίδιους όρους στο διάδοχο εργοδότη
  3. Υποχρέωση ενημέρωσης και διαβούλευσης με τους εκπροσώπους των εργαζομένων ή με τους εργαζομένους ατομικά για συγκεκριμένα ζητήματα που αφορούν τη μεταβίβαση και συγκεκριμένα: (α) την ημερομηνία  ή  την  προτεινόμενη  ημερομηνία μεταβίβασης, (β) τους λόγους της μεταβίβασης, (γ) τις νομικές, οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες για τους εργαζομένους από τη μεταβίβαση, (δ) τα προβλεπόμενα μέτρα όσον αφορά τους εργαζομένους.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 8 του π.δ. 178/2002:

 «Ο μεταβιβάζων και ο διάδοχος υποχρεούνται να πληροφορούν τους εκπροσώπους των εργαζομένων τους, που θίγονται από μία μεταβίβαση, για τα ακόλουθα σημεία:

α) την ημερομηνία ή την προτεινόμενη ημερομηνία μεταβίβασης,

β) τους λόγους της μεταβίβασης,

γ) τις νομικές, οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες για τους εργαζόμενους από τη μεταβίβαση,

δ) τα προβλεπόμενα μέτρα όσον αφορά τους εργαζόμενους.


Ο μεταβιβάζων υποχρεούται να γνωστοποιεί αυτές τις πληροφορίες στους εκπροσώπους των εργαζομένων του, εγκαίρως, πριν από την πραγματοποίηση της μεταβίβασης.
Ο διάδοχος υποχρεούται να γνωστοποιεί αυτές τις πληροφορίες στους εκπροσώπους των εργαζομένων του, εγκαίρως, και οπωσδήποτε πριν οι εργαζόμενοί του θιγούν άμεσα από τη μεταβίβαση, ως προς τις συνθήκες απασχόλησης και εργασίας τους.


2. Όταν ο μεταβιβάζων ή ο διάδοχος προτίθενται να λάβουν μέτρα αλλαγής του καθεστώτος των εργαζομένων τους, είναι υποχρεωμένοι να προβαίνουν εγκαίρως σε διαβουλεύσεις για τα μέτρα αυτά με τους εκπροσώπους των εν λόγω εργαζομένων, προκειμένου να επιτευχθεί συμφωνία.


3. Τα αποτελέσματα των διαβουλεύσεων καταγράφονται σε πρακτικό στο οποίο διατυπώνονται οι τελικές θέσεις των ενδιαφερομένων.


4. Οι υποχρεώσεις που προβλέπονται στο παρόν άρθρο ισχύουν ανεξάρτητα από το αν η απόφαση περί μεταβίβασης έχει ληφθεί από τον εργοδότη ή από επιχείρηση που ελέγχει τον εργοδότη.
Επίσης, η μη παροχή πληροφοριών από την επιχείρηση που ελέγχει τον εργοδότη δεν αποτελεί λόγο μη τήρησης των υποχρεώσεων που προβλέπονται στο παρόν άρθρο.


5. Σε περίπτωση που σε μια επιχείρηση ή εγκατάσταση δεν υπάρχουν εκπρόσωποι των εργαζομένων για λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή τους, ο εργοδότης υποχρεούται να ενημερώσει εγγράφως και εκ των προτέρων όλους τους εργαζομένους:


α) για την ημερομηνία ή την προτεινόμενη ημερομηνία της μεταβίβασης,
β) για τους λόγους της μεταβίβασης,
γ) για τις νομικές, οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες της μεταβίβασης στους εργαζόμενους,
δ) για τα προβλεπόμενα μέτρα όσον αφορά τους εργαζομένους.

6.Η ενημέρωση γίνεται εγκαίρως και συγχρόνως προς όλους τους εργαζομένους.»

Οι παραπάνω άξονες προστασίας αφορούν κάθε φυσικό πρόσωπο που θεωρείται εργαζόμενος κατά το ελληνικό δίκαιο και όχι όσους παρέχουν υπηρεσίες βάσει σύμβασης παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών.

Για να ενεργοποιηθούν οι άξονες προστασίας πρέπει να πληρούνται οι εξής προϋποθέσεις: (α) η μεταβίβαση πρέπει να έχει ως συνέπεια την αλλαγή του εργοδότη, (β) η μεταβίβαση θα πρέπει να συνίσταται στη μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, είτε κύριας είτε δευτερεύουσας (ΑΠ 1369/2018, ΑΠ 997/2018, ΑΠ 1832/2017, ΑΠ 1319/2015, ΑΠ 14/2012). Όπως έχει γίνει δεκτό και από την νομολογία, «για να υπάρχει μεταβίβαση επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως ή τμήματος αυτών θα πρέπει να μεταβιβάζονται τόσα επί μέρους στοιχεία της επιχειρήσεως και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να διατηρούν την οργανική τους ενότητα και υπό τον νέο φορέα (εργοδότη) ικανά να πραγματοποιήσουν τον επιδιωκόμενο κερδοσκοπικό , οικονομικό ή τεχνικό σκοπό». (ΑΠ 647/2003)

Εξαίρεση από την εφαρμογή των προστατευτικών διατάξεων συνιστούν οι περιπτώσεις όπου λόγω της μεταβίβασης της δραστηριότητας, η οικονομική μονάδα κατακερματίζεται, η δραστηριότητα ανατίθεται σε φυσικό πρόσωπο, η δραστηριότητα χάνει με τη μεταβίβαση την οργανωτική δομή και ενότητά της εντασσόμενη και ασκούμενη από τον διάδοχο στο πλαίσιο ενός ιδιαίτερου και αυτόνομου οργανισμού με πλήρως διαφορετική διάρθρωση και λειτουργία.

Στο π.δ. 178/2002 άρθρο 5, απόλυση εργαζομένου λόγω μεταβιβάσεις της επιχείρησης θεωρείται άκυρη, εφόσον η εργασιακή σχέση υπήρχε κατά την διαδικασία της μεταβίβασης, αλλά ακόμα και εάν δεν έχει λήξει με νόμιμο τρόπο, όπως συμβαίνει όταν η καταγγελία της σύμβασης, που έγινε από την εργοδοτική επιχείρηση είναι για οποιοδήποτε λόγω άκυρη. (ΑΠ 226/2011). Στο ίδιο άρθρο, ωστόσο, προβλέπεται και η δυνατότητα απολύσεων εργαζομένων, όταν είναι δυνατόν να επέλθουν για λόγους οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανώσεως που συνεπάγονται μεταβολές του εργατικού δυναμικού. Η εν λόγω διάταξη καθιερώνει έναν αυτοτελή λόγο ακυρότητας της καταγγελίας, ο οποίος ισχύει παράλληλα µε άλλους λόγους ακυρότητας η δε απαγόρευση που θεσμοθετεί αφορά τόσο τον μεταβιβάζοντα, όσο και τον διάδοχο. «Έτσι, απολύσεις στις οποίες προβαίνει ο εργοδότης, ενόψει και λόγω της σχεδιαζόμενης μεταβίβασης µε μοναδικό σκοπό να καταστήσει την επιχείρηση εμπορεύσιμη, διευκολύνοντας έτσι τη μεταβίβασή της, αντιβαίνουν στη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του πιο πάνω π.δ και είναι εξ αυτού του λόγου άκυρες. Αντίθετα, η εν λόγω διάταξη δεν απαγορεύει απολύσεις, που σκοπεύουν στη λήψη μέτρων µε σκοπό την ορθολογικότερη οργάνωση της επιχείρησης και την εξυγίανσή της, ακόμη και όταν τα μέτρα αυτά λαμβάνονται για να βελτιώσουν τις προοπτικές πώλησης της επιχείρησης και συνδέονται χρονικά µε τη σχεδιαζόμενη μεταβίβαση.»(ΑΠ 226/2011)

Νομολογία:

Η προστασία των όρων εργασίας  των εργαζομένων σε περιπτώσεις μεταβίβασης επιχειρήσεων και τα δικαιώματα τους σε περίπτωση καταγγελία της σύμβασης είτε από τον μεταβιβάζοντα εργοδότη, είτε από το διάδοχο διαφυλάσσουν και τα ελληνικά Δικαστήρια με τις αποφάσεις που εκδίδουν.  Η Νομολογία έχει κάνει δεκτό ότι μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών καλείται η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας από τρίτον, εφόσον δεν μεταβάλλεται η ταυτότητα της επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως, εφόσον, δηλαδή, συνεχίζεται η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση. Η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, στην περίπτωση αυτή συνεπάγεται ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβίβασης, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις και απαλλαγή του προηγούμενου εργοδότη για το μετά τη μεταβολή χρονικό διάστημα. Ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται σε όλες τις υποχρεώσεις, που απορρέουν από τις προϋφιστάμενες εργασιακές σχέσεις, χωρίς αυτές και τα εν γένει δικαιώματα των μισθωτών, να επηρεάζονται, από τη μεταβίβαση, είτε τα δικαιώματα αυτά προέρχονται από Σ.Σ.Ε., από ατομική σύμβαση εργασίας ή από διαιτητική απόφαση, αρκεί η επιχείρηση να συνεχίζεται, ως οικονομική μονάδα και να διατηρεί την ταυτότητά της με τον νέο φορέα, επιδιώκοντας τον ίδιο κερδοσκοπικό ή οικονομικό σκοπό. Διατήρηση της ταυτότητας της σημαίνει ότι διατηρούνται αμετάβλητες οι θέσεις εργασίας του προσωπικού της και συνεπώς δικαιολογείται ο νέος φορέας της να αναλάβει τις εργασιακές σχέσεις που συνδέονται με αυτές.(ΑΠ 77/2016, ΑΠ 14/2012, ΑΠ1188/2019).

Ο διάδοχος εργοδότης υπεισέρχεται αυτοδικαίως στα δικαιώματα και υποχρεώσεις του μεταβιβάζοντα, άρα υπεισέρχεται αυτοδικαίως και στις  υποχρεώσεις από τυχόν άκυρη απόλυση του εργαζομένους  από τον προηγούμενο  εργοδότη και από την υπερημερία του τελευταίου που δεν έχει αρθεί με νόμιμο τρόπο, χωρίς να απαιτείται συναίνεση οιουδήποτε ή προσφορά των υπηρεσιών του μισθωτού στο νέο εργοδότη ή κάποια άλλη ενέργεια, και συνακόλουθα ενέχεται για την καταβολή των αποδοχών υπερημερίας, αφού το προσωπικό της επιχείρησης, στο οποίο περιλαμβάνεται και ο απολυθείς ακύρως από τον παλαιό εργοδότη εργαζόμενος, εντάσσεται ως σύνολο στην ενότητα που σχηματίζει η επιχείρηση που μεταβιβάστηκε (ΑΠ 1147/2017, ΑΠ 1378/2002, ΑΠ 1697/1998).

Τόσο από την νομοθεσία όσο και από τη νομολογία συνάγεται ότι οι εργαζόμενοι, των οποίων λόγω μεταβίβασης της επιχείρησης  οι θέσεις εργασίας παύουν να υφίστανται ενώπιον του μεταβιβάζοντος, οφείλουν να συνεχίσουν την παροχή της εργασίας τους με τους ίδιους όρους στην υπηρεσία του διαδόχου, στην οποία μεταφέρονται οι θέσεις εργασίας. Επειδή, λοιπόν, η μεταβίβαση της επιχείρησης  επέρχεται με πρωτοβουλία του εργοδότη, χωρίς να είναι αναγκαία η συναίνεση των εργαζομένων, η μεταβίβαση συνιστά μονομερή μεταβολή των όρων εργασίας (ΑΠ 997/2018, ΑΠ 1832/2017) και κατά συνέπεια, εάν η μεταβολή αυτή είναι βλαπτική των όρων εργασίας του εργαζομένου, ο τελευταίος κατ’ εφαρμογή του άρθρου 7 παρ.1 του Ν. 2112/1920 έχει όλα τα πλεονεκτήματα που θα είχε, εάν στην καταγγελία προέβαινε ο ίδιος ο εργοδότης.(ΑΠ 444/2019).

Μεταβίβαση επιχειρήσεων στον κλάδο υγείας και συνέπειες στις εργασιακές σχέσεις:

‘Όπως και στους υπόλοιπους κλάδους, έτσι και στον κλάδο υγείας ισχύει η αυτοδίκαιη μεταβίβαση  της επιχείρησης/κλινικής στο πρόσωπο του νέου εργοδότη μαζί με τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις, τα χρέη αλλά και τους όρους εργασίας των εργαζομένων, όπως υπήρχαν και κατά τη μεταβίβαση της επιχείρησης.

Περίπτωση μεταβίβασης επιχείρησης στον κλάδο υγείας και συγκεκριμένα μεταβίβαση δύο τμημάτων της κλινικής προς δύο διαφορετικούς διαδόχους εργοδότες αντιμετωπίστηκε πρόσφατα από την νομολογία. Επιχείρηση που διέθετε δύο εκμεταλλεύσεις, ήτοι μια Γενική Κλινική και μια Μαιευτική Κλινική, μεταβίβασε και τις δύο εκμεταλλεύσεις/κλινικές σε δύο διαφορετικούς νέους εργοδότες. Ο καθένας από αυτούς θεωρείται διάδοχος του μεταβιβάζοντα και υπεισέρχεται αυτοδικαίως στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις στο μέτρο και για την εκμετάλλευση που του αναλογεί.

Τα κριτήρια που ελήφθησαν για την αυτοδίκαιη μεταβίβαση ήταν: (α) η ίδια κατ’ αντικείμενο δραστηριότητα ασκείται στους ίδιους χώρους-κτίρια, (β) η μεταφορά του εξοπλισμού, (γ) ο διακριτικός τίτλος που ήταν πανομοιότυπος, (δ) η διατήρηση μεγάλου μέρους του προσωπικού των δύο κλινικών, με ταυτόχρονη πρόσληψη νέου προσωπικού.  Η πρόσληψη νέου προσωπικού δεν συνιστά κρίσιμο στοιχείο εν προκειμένω, αφού όσοι από τους εργαζομένους είχαν ασκήσει επίσχεση λόγω μη καταβολής δεδουλευμένων δεν προσκλήθηκαν από τους διάδοχους εργοδότες να εργαστούν σε αυτούς, (ε) η πελατεία παρέμεινε κατά βάσιν η ίδια.

Η μεταβίβαση μιας επιχείρησης δεν συνιστά αυτή καθ` αυτή λόγο απόλυσης εργαζομένων, γι΄ αυτό απολύσεις στις οποίες προβαίνει ο εργοδότης, ενόψει της μεταβίβασης, με μοναδικό σκοπό να καταστήσει την επιχείρηση εμπορεύσιμη, είναι άκυρες. (ΑΠ 1188/2019).

Συνεπώς, οι ενδιαφερόμενοι διάδοχοι εργοδότες επιχειρήσεων θα πρέπει να εξετάζουν ιδιαίτερα τις συνθήκες, χρέη, δικαιώματα και υποχρεώσεις  μιας επιχείρησης προς τους εργαζομένους αλλά και προς τρίτους πριν την συμφωνία μεταβίβασης μιας επιχείρησης, αφού μεταβιβάζονται αυτοδικαίως στο πρόσωπο του νέου εργοδότη μαζί  με την επιχείρηση ως ολοκληρωμένη οντότητα.

Social Media Auto Publish Powered By : XYZScripts.com