Η ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΠΙΣΤΗΣ ΤΩΝ ΕΤΑΙΡΩΝ ΚΑΙ ΜΕΛΩΝ ΔΣ ΣΤΗΝ ΑΕ

Η υποχρέωση πίστης των εταίρων, ενώ θεωρείται δεδομένη στο δίκαιο των προσωπικών εταιριών λόγω του συμβατικού τους χαρακτήρα, γεννά αρκετές αμφισβητήσεις ως προς την αποδοχή της στην ανώνυμη εταιρεία, εξαιτίας χαρακτηριστικών της τελευταίας που δεν επιτρέπουν τη γέννηση συμβατικών σχέσεων μεταξύ των μετόχων. Παρόλα αυτά σε όλες τις αναπτυγμένες έννομες τάξεις έχει διαγνωστεί εδώ και αρκετό καιρό η ανάγκη για αναγνώριση υποχρέωσης πίστης και στις ανώνυμες εταιρείες, ενώ τα τελευταία χρόνια η ύπαρξη υποχρέωσης πίστης των μετόχων έχει αρχίσει και αποτελεί αντικείμενο επιστημονικού διαλόγου και στην ελληνική έννομη τάξη.

Ειδικότερα, βαρύνουσα σημασία ενέχουν δύο μορφές παραβίασης της υποχρέωσης πίστης, που ουσιαστικά αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Η υποχρέωση εχεμύθειας και η παράλειψη πράξεων ανταγωνισμού. Στα πλαίσια της πρώτης, κάθε εταίρος υποχρεούται να μην κοινοποιεί εταιρικά απόρρητα σε τρίτα πρόσωπα, πολύ περισσότερο αν αυτά λειτουργούν ανταγωνιστικά σε σχέση με τον σκοπό της εταιρείας. Από την παραβίαση της υποχρέωσης εχεμύθειας γεννάται αξίωση αποζημίωσης της εταιρείας. Επιπλέον, μπορεί η ως άνω παραβίαση να συνιστά σπουδαίο λόγο για τη καταγγελία της υποκείμενης σχέσης. Όσον αφορά στην παράλειψη πράξεων ανταγωνισμού, σε αυτήν εμπίπτουν οι έστω περιστασιακές πράξεις προσώπων που υπάγονται σε κάποιον από τους σκοπούς της εταιρείας. Ως εταιρικοί σκοποί νοούνται καταρχήν οι περιλαμβανόμενοι στο καταστατικό. Σε κάθε περίπτωση, κριτήριο αποτελεί και η πραγματική οικονομική δραστηριότητα της εταιρείας.

Η ανώνυμη εταιρεία υπάγεται όπως κάθε εταιρεία του ιδιωτικού δικαίου σε μια κοινωνία συμφερόντων και κοινότητα σκοπού. Τα ειδικότερα στοιχεία που καταδεικνύουν στην περίπτωσης της ανώνυμης εταιρείας το χαρακτήρα της ως κοινότητας σκοπού είναι η κοινή αποδοχή από τους συμμετέχοντες των διατάξεων του καταστατικού, ο κοινός προορισμός της εταιρικής περιουσίας και η ίση μεταχείριση αυτών μέσα στο πλαίσιο της εταιρείας. Στη διάταξη του άρθρου 741 Α.Κ. προβλέπεται η υποχρέωση των εταίρων να επιδιώκουν ένα κοινό σκοπό, το δε άρθρο αυτό εφαρμόζεται αναλογικά και στις κεφαλαιουχικές εταιρείες. Τα μέλη της ανώνυμης εταιρείας με τη δήλωση υπαγωγής τους στο δεσμευτικό περιεχόμενο του καταστατικού και της απόκτηση της μετοχικής ιδιότητας αποδέχονται ουσιαστικά τη συμμετοχή τους σε μια ένωση για την προώθηση κοινών εταιρικών επιδιώξεων. Ειδικότερα, η δέσμευση που αναλαμβάνει (σιωπηρά) ο μέτοχος με την είσοδό του στην ανώνυμη εταιρεία να συμβάλλει κατά την άσκηση των μετοχικών του δικαιωμάτων στην επιδίωξη του εταιρικού σκοπού, που οφείλει να επιδεικνύει καθ’ όλη τη διάρκεια της παραμονής του στην εταιρεία συνεπάγεται την ανάπτυξη μιας ιδιαίτερης σχέσης πίστης ανάμεσα σε αυτόν και το νομικό πρόσωπο της εταιρείας, σύμφωνα με την οποία προσδιορίζεται το γενικό πλαίσιο της συμπεριφοράς, προκειμένου να είναι συνεπής στις επιταγές του εταιρικού σκοπού. Το τελευταίο, ο μέτοχος θα το επιτύχει, εφόσον σέβεται και προστατεύει με τις πράξεις του την εταιρεία και δεν προτάσσει την επιδίωξη των ατομικών του επιδιώξεων σε βάρος του εταιρικού συμφέροντος. Η ανάληψη λοιπόν της υποχρέωσης για επιδίωξη του εταιρικού σκοπού δεν επιτυγχάνεται συνεπώς μόνο μέσω της εισφοράς, που αυτοί καταβάλλουν κατά την είσοδό τους στην εταιρεία.

Ο μέτοχος ενδέχεται να παραβιάζει την υποχρέωση πίστης, που υπέχει απέναντι στην ανώνυμη εταιρεία και τους λοιπούς μετόχους, όχι μόνο κατά την άσκηση των μετοχικών του δικαιωμάτων αλλά και κατά την εξωθεσμική του δράση και συμπεριφορά. Ο μέτοχος μπορεί ακόμα εκμεταλλευόμενος την επιρροή του στην εταιρική διοίκηση να ασκεί ανταγωνιστική δράση προς την εταιρεία, στην οποία είναι μέλος, γεγονός που επίσης θέτει σε κίνδυνο το συμφέρον της εταιρείας. Η προκληθείσα βλάβη στα εταιρικά συμφέροντα γεννά στο πρόσωπο του υπαιτίου μετόχου υποχρέωση προς αποζημίωση (άρθρα 914, 919 Α.Κ.).

Υποχρέωση πίστης έχει θεσμοθετηθεί και για τα μέλη Δ.Σ. της ανώνυμης εταιρείας και συγκεκριμένα στο άρθρο 97 του Ν. 4548/2018 περί Ανωνύμων εταιρειών. Σύμφωνα με το ως άνω άρθρο τα μέλη Δ.Σ. καθώς και κάθε τρίτος στον οποίο έχουν αναθέσει αρμοδιότητές του, οφείλουν να μην επιδιώκουν ίδια συμφέροντα εις βάρος των συμφερόντων της εταιρείας, να αποκαλύπτουν στα λοιπά μέλη Δ.Σ. εγκαίρως τυχόν σύγκρουση συμφερόντων καθώς και να τηρούν αυστηρή εχεμύθεια για τις εταιρικές υποθέσεις. Στο πλαίσιο εξέτασης των ανωτέρω, χρήζει ιδιαίτερης προσοχής, το ερώτημα, εάν στην περίπτωση εξαγοράς εταιρείας με τη μορφή της απόκτησης (συνήθως πλειοψηφικού) πακέτου μετοχών το ΔΣ της εταιρείας θα πρέπει να επιτρέψει στους υποψήφιους αγοραστές τη διενέργεια νομικού, φορολογικού και οικονομικού ελέγχου (due diligence). Κατά την κρατούσα άποψη, το ΔΣ της εταιρείας θα πρέπει να αποφασίσει για τη διεξαγωγή ελέγχου από τον υποψήφιο αγοραστή με κριτήριο το εταιρικό συμφέρον. Η απόφαση του ΔΣ, ωστόσο, θα πρέπει να αξιολογείται κατά περίπτωση, καθώς και να λαμβάνεται σε περισσότερα στάδια. Σημασία έχει το πρόσωπο του αγοραστή, η κατάσταση στην οποία βρίσκεται η εταιρεία αλλά και το είδος και η έκταση των πληροφοριών που ζητούνται. Αντίστοιχα, θα πρέπει να αξιολογηθεί ο κίνδυνος καταχρηστικής εκμετάλλευσης προνομιακών πληροφοριών από την πλευρά του αγοραστή, κάτι που μπορεί να αντιμετωπιστεί με την υπογραφή συμβάσεων εμπιστευτικότητας, με επιλεκτική πληροφόρηση ή και με τη μεσολάβηση ανεξάρτητου ειδικού.

Η παραβίαση της υποχρέωσης πίστης από μέλος του Δ.Σ. γεννά υποχρέωση αποζημίωσης, ενώ μπορεί να γεννήσει ποικίλες έννομες συνέπειες όπως π.χ. μη εγκυρότητα απόφασης του Δ.Σ..

Social Media Auto Publish Powered By : XYZScripts.com